Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Non ho l'età



Πρόλογος
Πρέπει νάμουνα πολύ μικρός όταν πρωτάκουσα αυτό το ιταλικό τραγούδι -σε εκείνες τις ηλικίες που αποτυπώνονται οι εντυπώσεις και πλέκονται οι πρώτοι κόμποι στο εργόχειρο της ζωής του καθενός μας. Θυμάμαι όμως πόσο πολύ μου είχε αρέσει και πόσο συχνά επανερχότανε στη μνήμη μου. Σε μια εποχή που έπρεπε να διαφυλάξεις μέσα σου εκείνα που σου άρεσαν, καθώς δεν είχες τη δυνατότητα να τα απολαύσεις όσο και όποτε τα επιθυμούσες, όπως μπορούμε τώρα πια με τόσην ευκολία. Κι αυτή η σπανιότητά τους, αυτή η προσπάθειά σου να συγκρατήσεις μουσικές, εικόνες κι εντυπώσεις, τους προσέδιδε μιαν αξία που μάλλον ποτέ δεν θα χαρούν οι όσοι γεννιούνται σήμερα. Δεν πειράζει -ας έχουμε κι εμείς οι χθεσινοί τα πλεονεκτήματά μας.



Δεν ξεύρω αν οφειλόταν στην μικρή μου ηλικία ή σε μια έμφυτη ευαισθησία. Όποια κι αν ήταν η αιτία, η μελωδία ενεγράφη ανεξίτηλα στη μνήμη μου: η ορχηστρική εισαγωγή, οι νότες στο πιάνο και ύστερα η κελαρυστή, κοριτσίστικη φωνή που τραγουδούσε για τη δική της αθωότητα. Με στίχους που τότες δεν μπορούσα να καταλάβω, αλλά που προσπάθησα να αποτυπώσω στην παρτιτούρα του μυαλού μου. Είναι στίχοι που τώρα πια καταλαβαίνω καλά.
Τέλος Προλόγου



Οι δρόμοι είναι γιομάτοι αυτοκίνητα και κόσμο. Όσο πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, τόσο πυκνώνει η κίνηση και το μποτιλιάρισμα. Αν λοιπόν τόχεις πάρει απόφαση να κατέβεις στο κέντρο του Σανρέμο με το αμάξι σου, θα πρέπει να οπλιστείς με υπομονή και νάχεις κάμποση τύχη στο παρκάρισμα.



Τα καταστήματα στον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης -τη βία Τζάκομο Ματεότι- έχουν φορέσει τα γιορτινά τους και οι βιτρίνες έχουν στολιστεί.



Λαμπιόνια, χριστουγεννιάτικα δέντρα, πολύχρωμες μπάλες, φιόγκοι και γιρλάντες.



Ακόμα κι αν είσαι από εκείνους που αποφεύγουν να φορέσουν την εορταστική διάθεση, ακόμα κι αν κατακρίνεις τον καταναλωτισμό κι έχεις μπουχτίσει την επαναλαμβανόμενη και κάπως ψυχαναγκαστική χαρά των ημερών, δεν μπορεί παρά να παραδεχτείς πως αποτελεί μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για διάλειμμα από την καθημερινότητα.



Και μία αφορμή για να σταθείς και να συνειδητοποιήσεις πόσο περνάει ο χρόνος: το φέτος, το πέρσι και το πρόπερσι με Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές μετριέται. Άντε και με καλοκαιρινές διακοπές ή τίποτις χαρμόσυνα. Ή τίποτις δυσάρεστα. Τα υπόλοιπα, ένας χυλός μοιάζουν απ'τον οποίο τρως και ξανατρώς τις ίδιες, ξαναζεσταμένες κουταλιές.



Όχι, δεν ήρθα στο Σανρέμο για να μελαγχολήσω μη-χειρότερα. Για να θυμηθώ ήρθα. Ίσως βεβαίως και νάναι ταυτόσημα τα δύο τους.



Αδειάζω τις σκέψεις και τις έγνοιες μου κι αφήνομαι. Σ'αυτό το ανθρώπινο ποτάμι που χύνεται με φούρια στα πεζοδρόμια. Οικογένειες με ενθουσιώδη νήπια, καλοβαλμένα ηλικιωμένα ζευγάρια, παρέες νεαρών με μονδέρνα ντυσίματα, άνθρωποι που βολτάρουν παρέα με το σκύλο τους. Κι ανάμεσά τους κι εγώ. Να τους κάμω χάζι και να τους απολαμβάνω.



Έχουνε γούστο οι Ιταλοί. Δεν μοιάζουν μ'άλλους λαούς, είναι αλλιώτικοι. Πιο έντονοι, πιο σπάταλοι στον τρόπο που εκφράζονται. Θαρρώ πως είναι μάλλον ακατέργαστοι. Σα να μην τους πελέκισε ο τεχνίτης χρόνος. Σα να παραμένουνε παιδιά, ακόμα κι όταν κατοικούνε σε σώματα ενηλίκων.



Όλα τα κάμουνε με μιαν υπερβολή: φωνάζουν, μασουλάνε, φλερτάρουν, κορδώνονται, τσιλημπουρδίζουν, γελάνε.



Ναι, έχουνε γούστο οι Ιταλοί. Κι ας απέχει ο βερμπαλισμός τους από τη δική μου την προτίμηση, αυτό τουλάχιστον θα πρέπει να τους το αναγνωρίσω: πως έχουν γούστο.



Στο Σανρέμο δεν έχει σπουδαία πράγματα να κάμεις το χειμώνα. Το καλοκαίρι είναι η εποχή του, όταν τα ξενοδοχεία της ιταλικής Ριβιέρας γιομίζουνε τουρίστες από τη Βόρεια Ευρώπη πούρχονται να απολαύσουν τη ζεστή σαγήνη του Μεσογειακού ήλιου.



Η πόλη έγινε θέρετρο και προορισμός ευκατάστατων Ευρωπαίων ήδη από το δεύτερο μισό του δεκάτου ενάτου αιώνα. Τότες που ο τουρισμός αφορούσε μονάχα πλούσιους, αριστοκράτες, ταξιδευτές και καλλιτέχνες.


Το 1905 χτίστηκε ένα εντυπωσιακό μέγαρο σε στυλ Αρ-Νουβό για να στεγάσει το Καζίνο.


Μέχρι και σήμερα αποτελεί καύχημα, πηγή εσόδων για την πόλη και τοπόσημο.



Εδώ στο Σανρέμο είχε καταφύγει η Πριγκίπισσα Σίσυ της Αυστρίας για να ξεπλύνει τη μελαγχολία της. Εδώ απολάμβανε τις διακοπές του ο Τσάρος Νικόλαος ο Δεύτερος. Εδώ πέρασε τα τελευταία του χρόνια ο Άλφρεντ Νόμπελ, εδώ απέθανε το 1926 και ο Μεχμέτ ο Έκτος, τελευταίος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Αν απομακρυνθείς λιγάκι από τους κεντρικούς δρόμους, θα σου συστηθεί μια απλή, επαρχιακή πόλη, δίχως πολλές κομψότητες και πολυτέλειες.


Μια πόλη με στενά δρομάκια και παλιά πορτοπαράθυρα. Με μπουγάδες που κρέμονται ανάμεσα στα περβάζια και σπίτια μάλλον φτωχικά και κακοφροντισμένα.


Κάποιοι θα σου πούνε πως δεν είναι τίποτις το ιδιαίτερο το Σανρέμο. Αν το συγκρίνεις μάλιστα με άλλες πόλεις της Ιταλίας, θα πεις κι εσύ πως υπολείπεται σε ομορφάδα και γραφικότητα.


Εγώ όμως το συμπαθώ όπως και νάχει. Κι ίσως περσσότερο τώρα το χειμώνα που δεν είναι ξέχειλοι οι δρόμοι του με μανιώδεις τουρίστες.


Αυτή την ώρα, αυτή τη μαγική ώρα που σουρουπώνει και τ'αγιάζι σε αναγκάζει να σηκώσεις το γιακά του παλτού σου, το τριγύρω σου μετατρέπεται σε σκηνικό.


Μιας ταινίας θλιβερής κι αστείας. Αν αφαιρέσεις τα χρώματα, γίνεσαι πρωταγωνιστής του Ροσελίνι, του Βισκόντι και του Φελίνι. Σε νεορεαλιστικό σενάριο. Σε δράμα. Σε κομεντί. Κάπου ανάμεσα στο ομιχλώδες όνειρο και την αγωνιώδη πραγματικότητα. Εσύ επιλέγεις τί θέλεις να μας παίξεις.


Επιστρέφω στους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους. Οι βιτρίνες λάμπουν θελκτικές, οι σακούλες με τα ψώνια πληθαίνουν, δεν μένει πολύ ώρα ακόμα μέχρι να κλείσουν τα καταστήματα.


Μία κυρία στέκεται δίπλα στο άγαλμα, φτιάχνει το κασκόλ της, στρώνει το μαλλί της και ποζάρει περιχαρής για ένα ενσταντανέ.



Στάσου και φθάσαμε! Στο είπα ότι δεν ήρθαμε απλώς για να βολτάρουμε. Το ξέχασες κιόλας; Είχαμε θέσει για σκοπό μας έναν σκοπό. Εκείνον που τραγουδούσε εκείνη η κελαρυστή, κοριτσίστικη φωνή της ιδικής μου αθωότητας.



Αυτό είναι το θέατρο "Ariston". Μαζί με το Καζίνο είναι τα δύο εμβληματικότερα σημεία του Σανρέμο. Βλέπεις, εδώ διεξάγεται κάθε χρόνο το φεστιβάλ τραγουδιού -ένας μουσικός θεσμός που έχει γνωρίσει κατά το παρελθόν μεγάλες δόξες και που συνεχίζει να επιβιώνει σε καιρούς πολύ λιγότερο μουσικούς.



Ετούτον το διαγωνισμό κέρδισε o βελούδινος Σέρτζιο Εντρίγκο με το εξαίσιο "Canzone per te" το 1968! Ώχου πάνε πενήντα χρόνια από τότες. Πενήντα Χριστούγεννα, πενήντα Πρωτοχρονιές.



Εδώ τραγούδησε για πρώτη φορά ο Ντομένικο Μοντούνιο το "Nel blu dipinto di blu", το πασίγνωστο "Volare", το 1958! Να χαρείς, μην με βάζεις να σου ξαναμετράω Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές: είναι πολλά τα χρόνια. Τί υπέροχες μελωδίες! Μα όχι, δεν είναι κάποιο από αυτά, το τραγούδι που εγώ γυρεύω.



Κατά μήκος του πεζόδρομου, έχουν τοποθετηθεί επιδαπέδιες πλακέτες με τους νικητές του Φεστιβάλ από την αρχή του έως τα σήμερα.


Τις ακολουθώ σαν να ξετυλίγω ένα νήμα προς το παρελθόν, σαν να πατάω βήματα σε μία διαχρονική χορογραφία. Κι όσο πλησιάζω, τόσο δυναμώνει μέσα μου εκείνος ο σκοπός. Όσο πλησιάζω, τόσο σβήνουν οι φωνές των γύρω μου κι ακούεται η αθώα, κοριτσίστικη φωνή που αναζητάω.


Φθάνω πάνω από την πλακέτα που γράφει το όνομά της. Gigliola Cinquetti. Και τον τίτλο του τραγουδιού της. Non ho l'eta. Χαμογελάω λες και συνάντησα έναν παλιό, αγαπημένο φίλο. Λες και αντάμωσα μια αγάπη πούχα χάσει. Τριγύρω ο κόσμος συνεχίζει να στροβιλίζεται με θόρυβο, αλλά στα δικά μου τα αυτιά παίζει μονάχα εκείνη η μουσική. Η ορχηστρική εισαγωγή, οι νότες στο πιάνο, οι στίχοι μιας αθωότητας που μετράει το παράπονο και την ελπίδα της. Ένας είμαι. Που στέκεται ακίνητος με το βλέμμα καρφωμένο για μερικές στιγμές στο δάπεδο. Κοντοστέκονται κάποιοι να ιδούνε τί κοιτάζω με τόσο ενδιαφέρον, να καταλάβουνε γιατί δείχνω τόσο ευτυχισμένος.



Δεν ξεύρω αν μπορούν να καταλάβουν. Δεν ξεύρω αν μπορώ να τους εξηγήσω. Ίσως αν άκουαν το τραγούδι που ακούω εγώ. Ίσως.



Επίλογος
Κατηφορίζω προς την πλευρά της θάλασσας. Εδώ ο κόσμος είναι πολύ λιγότερος.



Είναι χειμώνας και το Σανρέμο δεν είναι καμωμένο γι'αυτή την εποχή.



Η ησυχία εδώ μ'αρέσει περισσότερο. Το ψυχρό αεράκι που φέρνει η θάλασσα, τα φώτα που αντανακλούνε μέσα στο νερό, ο ήρεμος παφλασμός καθώς σκάει το κύμα στις προβλήτες.



Το φρούριο της Αγίας Θέκλας στέκει κάπως μουτρωμένο, πάνω από το λιμάνι της πόλης.



Κοιτάζω τη θάλασσα καθώς μουντώνει και σβήνει μέσα στη νύχτα. Σκέφτομαι όλα εκείνα τα Χριστούγεννα και όλες εκείνες τις Πρωτοχρονιές. Που ξεπλένονται και σβήνουν. Και χάνουν εντέλει την όποια σημασία τους.
 

Ύστερα κοιτάζω τα καλάμια. Που χαϊδεύουνε τρυφερά τον ουρανό. Και νιώθω φχαριστημένος. Που ό,τι κι αν έχασα, αυτή τουλάχιστον την αθωότητά μου, την έχω ακόμα. Τυλιγμένη σε ένα μελωδικό σκοπό που μου τραγούδησε κάποτες ένα κορίτσι με κελαρυστή φωνή. Που αποτυπώθηκε στη θύμησή μου και πάντα θάχω να παρηγοριέμαι. Ένα σκοπό που θα σφυρίζω κάθε φορά που θέλω κι εγώ να χαϊδέψω τον ουρανό.


6 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Νομίζω πως μετά από τόσα χρόνια, κι ένα "αχ" σου μόνο είναι αρκετό για να συνεννοηθούμε πλήρως.
      Την καλησπέρα μου, καλέ μου Τρεμενς.

      Διαγραφή
  2. Πολύ ωραίο το ταξειδι πτηνό λιγο μελαγχολικό αλλα πανέμορφο 🌲

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μου συγκίνησες τον Τρεμένς και άντε να σχολιάσω τωρα ...χώρια που νιωθω γριέτζω αφου έχω κι εγω αυτές τις αναμνήσεις τόσοοοο χρονων πίσωωωωω....
    Στο καζίνι μπήκες ; Κέρδισες ή έχασες ,να ευθυμήσουμε λιγουλάκι με τυχόν χασούρα σου! Γιατι και ταξίδια σε υπεροχα μέρη και κέρδη σε καζίνο δεν θα το αντέξω Πίγκου!
    Καλημέραααααααα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. H νοσταλγία είναι χαρά και μελαγχολία μαζί, και τα ταξίδια είναι συχνά αναζήτηση ενός εσώτερου εγώ, στο "εκεί", στο όπου γης οπουδήποτε...
    Αυτός είναι ο λόγος που μου αρέσουν οι περιπλανήσεις και οι συλλογισμοί σου, Πιγκουίνε, που αρέσουν σε όλους μας.
    Προσωπικά, κάπου ανάμεσα στις διαδρομές σου, κάπου ανάμεσα στις γραμμές σου, θαρρώ πως βρίσκω τα δικά μου χνάρια, τον μίτο της δικής μου πορείας.
    Με μουσική συνοδευμένες να είναι οι αναμνήσεις σου, και τα βήματά σου νότες να είναι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Πιγκουινε ως μεγακλύτερη από εσένα έχω να πώ ότι είσαι ψυχούλα!!!!! Εκείνη την εποχή εμείς το σιγανοτραγουδούσαμε και ταυτιζόμασταν μαζί της μέσα από τα λόγια του. Αυτή η αθωότητα που εσύ αναφέρεις είναι ανύπαρκτη τώρα σε ηλικίες από τα 14 και πάνω... ίσως και πιο νωρίς... Και υπεύθυνη είναι η γενιά μαςκαι οι επόμενες που είχε τη χαρά να την απολαύσει, αλλά με την εξέλιξη των κοινωνιών επέτρεψε να χαθεί...Ωραίο το ταξίδι σου! Ευχαριστούμε! Να σαι καλά και Καλά Χριστούγεννα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style