Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ένα ξωκλήσι στην Κυψέλη


Χωμένη ανάμεσα στις γερασμένες πολυκατοικίες της Κυψέλης, σε έναν πεζόδρομο από εκείνους τους κακοσιαγμένους και ανέμπνευστους με τ'αφρόντιστα παρτέρια και τις γκρίζες πλάκες πεζοδρομίου, βρίσκεται μία μικρή εκκλησιά. 


Μια εκκλησιά που δύσκολα γνωρίζει άνθρωπος που δεν κατοικεί στα πέριξ και που ακόμα κι αν διερχόμενος βρεθείς και συναντηθείς μαζί της, απίθανο θαρρώ πως είναι να της αποδώσεις μια κάποιαν σημασία. Αλλά όπως πολλά πράματα κρυμμένα και πεταμένα σ'αυτήν τη χώρα της λησμονημένης μνήμης, έχει κι αυτή η εκκλησιά, νόημα κι ανάστημα που υπερβαίνει τα μικρά της τα μεγέθη.



Στη Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων είναι αφιερωμένη. Που ναι μεν ο καθείς μνημονεύεται σε ολόδικιά του εορτή εντός του έτους, αλλά στις 30 του Ιούνη εορτάζεται σύμπασα η χορεία τους, απόδειξη του σημαίνοντα ρόλου που τους αποδίδει η Εκκλησία στη διάδοση της χριστιανικής πίστης. Αλλά όχι, δεν ήρθαμε εδώ για συζητήσεις θεολογικές. Για εκείνον που έχτισε τούτο το ναό, είμαστε εδώ.


Πάνω από την πόρτα της εισόδου, υπάρχει κτητορική επιγραφή. Στις 3 Αυγούστου του 1873, ανεγέρθηκε από τον Κωνσταντίνο Κανάρη και τη γυναίκα του, τη Δέσποινα. Ναι, τον ήρωα της Επανάστασης και μέγα μπουρλοτιέρη. Που'γινε αργότερα Ναύαρχος και Υπουργός και Πρωθυπουργός τούτης της χώρας.


Τώρα βέβαια αν είσαι τίποτις ανυποψίαστος θάρθεις να αναρωτηθείς γιατί απεφάσισε ο Κανάρης μετά της συζύγου να σιάξει τούτονα τον ναϊσκο εν τω μέσω της Κυψέλης. Θαλασσινός εκ των Ψαρών, πολιτικός σημαίνων, χάθηκε ο κόσμος δα να βρει μιαν άλλη άκρη της πατρίδος, πιο γαλανή, πιο ανοιχτή, πιο κάμποση; 


Κι όμως, στο σημείο αυτό, ήρθε και εκατοίκησε. Σε ένα απλό κι απέριττο σπιτάκι που βρισκόταν πολύ όξω από τα τότε όρια της πόλης των Αθηνών. Κι όσοι τον επισκέπτονταν -εδώ στις ερημιές που έμελε αργότερα να πυκνοδομηθούν με τρόπο βίαιο- είχαν να το λένε πως ο Ναύαρχος την ησυχία του ήθελε νάβρει μα ησυχία δεν έβρισκε.


Πέντε φορές πρωθυπουργός -ακόμα και στα ύστερά του- μπροστάρης σε περιόδους δύσκολες για τον τόπο. Άνθρωπος με μοίρα ηρωική και τραγική συνάμα ήταν ο Ναύαρχος: πέντε από τα επτά παιδιά του χάθηκαν πριν καλογευτούνε τη νιότη τους. Άλλα σκοτώθηκαν, άλλα πεθάνανε, μόλις δυο του απέμειναν για να του κλείσουνε τα μάτια. Μα και διαψεύσεις έζησε ο Ναύαρχος. Και απογοητεύσεις, από εκείνες που απλόχερα κερνάει η πολιτική ζωή τούτης της χώρας.


Τις ένδοξες στιγμές του μνημονεύουν οι στεφανοστόλιστες επιγραφές πάνω από τα πλαϊνά παράθυρα. Τη Χίο, την Τένεδο, την Αλεξάνδρεια. Όλες τους σκηνικά για τις μεγάλες στιγμές του μπουρλοτιέρη. 


Κι ύστερα από όλα εκείνα, βρέθηκε στην Κυψέλη. Πούταν και τότες ταπεινή, όπως και τώρα είναι. Μην τ' αναζητάς το σπίτι του -γκρεμίστηκε ωσάν τις αγαθές προθέσεις, εχάθη ωσάν τις ευγενείς συνήθειες, έσβησε ωσάν τα σπουδαία όνειρα- κι έγινε μια τσιμεντένια πολυκατοικία. 


Μήτε τα ένδοξα κατορθώματα μην αναζητάς. Μονάχα οι αφηγήσεις σού απέμειναν και ίσως ούτε καν αυτές. 



Ο Ναύαρχος καθότανε στον κήπο του σπιτιού του, φρόντιζε τα φυτά του, καλοδεχότανε τους όσους έρχονταν μέχρις εδώ για να τον ιδούνε, ατένιζε τη θάλασσα που τότες ξεκάθαρη φαινότανε ακόμη από την Κυψέλη. Και τέλος έσιαξε κι ετούτο το ξωκλήσι, αφιερωμένο στους Δώδεκα Αποστόλους που πίστευε πως είχε συμμάχους του στις θάλασσες και στις στεριές του. Όλα πεθάνανε κι έμεινε το ξωκλήσι.


Μα κι αν άνθρωποι πολλοί μένουνε πια συνωστισμένοι τριγύρω του, μα κι αν έχει βρεθεί πια χαμένο και πεντάρφανο σε μια Κυψέλη δύσκολη, σε μια χώρα αλλιώτικη, ξωκλήσι παραμένει. Αγόγγυστα στέκει, αθόρυβα ελπίζει, σιωπηλά υπομένει, σαν όλα τα ξωκλήσια.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Pinguvision 2018


Ε λοιπόν ναι, η στιγμή που περίμενε το ελληνικό και το διεθνές κοινό, έφτασε και πάλι: ο πιο ζουπερτεράστιος και πρεστίτζιους διαγωνισμός τραγουδιού γκλόμπαλι επανέρχεται μετά από απουσία χρόνων! Όχι που θα τον εγλίτωνες! Εφέτος, οι συμμετοχές ήταν τόσες πολλές που διώχναμε χώρες -διότι σιγά μην βάλουμε και τον κάθε τυχάρπαστο σε τέτοιο ιβέντ. Το λοιπόν, τη διαδικασία τη γνωρίζεις: ανοίγεις ηχεία, ακους προσεκτικά και δίνεις τα ντουζ πουά σου στα σχόλια. Ας νικήσει ο καλύτερος, καλή επιτυχία Ελλάδα, καλή επιτυχία Κύπρος!

Βουλγαρία



Η Θοδώρα έχει απυηδήσει με τις τιμές του πετρελαίου θέρμανσης και την άνοδο της αμόλυβδης και απεφασίζει να κάμει μία στροφή στο πετρογκάζ. Που δηλαδής κι εγώ όταν πάω να γεμίσω το αμάξι στη ΜπιΠί, ένα κλαρίνο το ακούω. Το τραγούδι αρχίζει και καλά μπιτάτο, αλλά σύντομα αποκαλύπτει τον πραγματικό του λαϊκοδημώδη παλιοχαρακτήρα. Και βεβαίως θα μπορούσε να κάμει τρελή επιτυχία και στην Ελλάδα με τη Φιλιώ Πυργάκη. "Βενζινά βενζινά, μούχεις κλέψει την καρδιά, πάρτη μάνικα και βάλε, φούλαρέ-με ρε μεγάλε!" Έλα γκιτς γκιτς γκιτς, φσσσσστ!

Ινδία



Η ντίσκο νοοτροπίας Παρβατί Χαν ντυμένη Φλας Γκόρντον και με χορευτικό ξεμωραμένης λιβελούλας, τραγουδάει το "Δημήτρη μου, Δημήτρη μου" σε μία πολύ πιο φαντεζί εκδοχή. Και δεν θα το πιστέψεις, αλλά το τραγούδι είναι κατά βάση λυπητερό και καταλήγει σε λυγμό διότι ο Τζίμης (άτσα!) το παίζει βαρύ πεπόνι. Ακόμα κι αν δεν σου αρέσει το άσμα, το κλιπ που παραπέμπει σε ταινίες του Στάθη Ψάλτη, νομίζω πως θα πείσει το κοινό της βιντεοκασέτας. Αουτσάιντερ, αλλά με αξιώσεις.

Τουρκία



Παλληκαράς μουστακαλής μπουκάρει στο σφαιριστήριο και τα βάζει με ξανθιά κοκόνα. Που μπορεί να μην είναι βιρτουόζα, αλλά έχει υποστήριξη από τις φίλες της που κάμουν τα τσαλιμάκια τους και τις κορδελίτσες τους! Πάντως και ανεξαρτήτως της έκβασης, ποτέ ξανά το τραπεζάκι του μπιλιάρδου δεν είχε επενδυθεί με τόσο νταλκά. O Ibrahim Tatlises αποδεικνύει ότι δεν αρκεί να κρατάς τη στέκα -πρέπει να ξέρεις και να τη χρησιμοποιείς! (Η εισαγωγή είναι μεγάλη, αλλά θα αποζημιωθείς για την υπομονή σου από τα χορευτικά.)

Ρωσία



Η Όλια Πολιάκοβα μένει μπουκάλα μετά το χωρισμό της από τον καλό της και βαλαντώνει στο κλάμα το κορίτσι (κλαίει κι άσχημα πανάθεμά-την). Αλλά επειδής πίσω έχει η Όλια την κοτσίδα, συντόμως ανανίπτει, φοράει τα βαφτιστικά της και βγαίνει δυναμικά στους αγρούς να κουνήσει τον πωπό της, ξεχνώντας να φορέσει το σουτιέντσκα της. Ντα, στο σημείο αυτό, την ελές και Ξετσίποβα! Πολύ δυνατή συμμετοχή (απ'όπου και να την επιάσεις), τον εβλέπω τον διαγωνισμό του χρόνου στη Μόσχα!

Ισπανία



Η Αμινά τραγουδά το "Diki Diki" με την ίδια χαρακτηριστική άνεση κι αποφασιστικότητα που βάζει κάτω την παέγια. Και με την ίδια εκφραστικότητα, μη σου πω! Αλλά εκείνο που σε κερδίζει ως κοινό είναι το χορευτικό που μπορείς να επαναλάβεις και σπίτι σου, μοναχά στην περίπτωση που κερδίσεις τετραπλό τζακπότ στο Τζόκερ ή σου ανακοινώσουν ότι σε έχει θυμηθεί στη διαθήκη του, ο "δεν-ξεύρω-τι-έχω" θείος σου στην Αμερική. Πληροφορίες θέλουν τον ΛεΠα να ετοιμάζει τη διασκευή του άσματος στα ελληνικά, ως "Τσίκι Τσίκι" (και αυτό, διότι το "Ντρίγκι Ντρίγκι" το είχε προλάβει ο αείμνηστος Ντέμης).

Βουλγαρία



Η δεύτερη συμμετοχή της Βουλγαρίας εφέτος διαθέτει μούσκουλα και κάμποση βαρβατίλα. Ο Φίκη είναι ο απλός, καθημερινός μουσκουλάτος του διπλανού σιδεράδικου που απεφάσισε ν'αφήσει τη μπάρα και να πιάσει το μικρόφωνο -διότι και τόσος κόπος στους κοιλιακούς και τους δικέφαλους, δεν λέει να κοιτιέσαι μόνος σου στον καθρέπτη. Μπορεί τραγουδιστικά να κόβεται, αλλά είμαι βέβαιος ότι θα το βρει το κοινό του. Ειδικά αν αλλάξει το καλλιτεχνικό του όνομα σε "Φίκη-Φίκη". Άσχετο, αλλά το βίδεο έχει γυριστεί στην Παραλία του Αγίου Χαραλάμπους -και ναι, η Ελλάδα είναι πανταχού παρούσα, διότι -γιατί να το κρύψομεν βρε παιδιά;- είμαστε η καλύτερη χώρα του κόσμου και σαν τη Χαλκιδική, δεν έχει!

Σλοβενία



Η υπερήφανη αγροτιά επανέρχεται δυναμικά -ουχί μόνο με τα μπλόκα στην Εθνική, αλλά και με την Πόλκα του Τρακτέρ! Ο Σλοβένος φάρμερ μαζί με δύο ακομπλεξάριστες και ζουμπουρλούδικες κορασίδες που πετάνε το βρακί τους για επιδοτήσεις και αγροτικά οχήματα, δείχνουν ξανά το δρόμο προς το χωράφι και τον αχυρώνα! Άλλωστε το σανό είναι και της μοδός!

Γερμανία



Ο Γιόχαν βγάζει γονατάκι και μερικούς τιρολέζικους λαρυγγισμούς, αποδεικνύοντας ότι δεν πα να μου καμώνεσαι τον ανεπτυγμένο και τον ζαμπλούτου, αν τον έχεις το βλάχο μέσα σου, μια ζωή τυρόγαλα θα μυρίζεις! Το άσμα είναι κομματάκι ρεπετιτίφ, αλλά εντελώς συνεπές στο τοπίο και στο κοπάδι. Με κάτι τέτοια μεράκλωνε ο Σόιμπλε κι ερχόταν μετά και σου βέλαζε κακίες. Αν κατέβαζες δύο κουβάδες μπύρας πάντως κι εσύ έτσι θα μας τραγούδαγες.

Φινλανδία



Διάσημη για την πλούσια μουσική της παράδοση (not), η Φινλανδία στέλνει ένα πολύ προχώ κομμάτι που μπορεί να σου σπάσει τα νεύρα (εύκολα!) και καναδυό σερβίτσια, αν το βάλεις πολύ δυνατά. Το άσμα ερμηνεύει ένα περίεργο πλάσμα που μοιάζει κάτι ανάμεσα σε βραχνιασμένο Στρουμφ, εξωγήινη κότα και αποτυχημένο κουραμπιέ. Αλλά επειδής ζούμε σε καιρούς πολιτικής ορθότητας, το σεβόμαστε και το αγαπάμε, διότι έχει κι αυτό ψυχή και δικαιώματα στην καλλιτεχνική έκφραση. Το τραγούδι χορεύεται ως σούστα -αλλά και σε καρσιλαμά να το χορέψεις δεν θα τα χαλάσουμε κιόλας.

Ιταλία



O Cristiano Malgioglio εξομολογείται τον έρωτά του, οι θειες του κουνάνε με νόημα τις βεντάλιες τους και το αντικείμενο του πόθου απεφασίζει να το κόψει το καρπούζι. Και μένεις στο τέλος να αναρωτιέσαι (α) αν πράγματι το μαλλί-Παναγιωταρέα επανέρχεται στη μόδα μη-χειρότερα και (β) για ποιο λόγο δεν πετυχαίνεις εσύ ποτές τέτοια καρπούζια ζουμερά στη λαϊκή.

Εκάλη



Νισάφι πια με την κρίση, την κλάψα και τη μιζεράμπλ διάθεση. Οι κυρίες της Εκάλης απεφάσισαν να βγουν μπροστά, να τραγουδήσουν ακομπλεξάριστα το δικαίωμά τους στα σπα, τα χαβιάρια, τα μπότοξ και τα πουλ-μπόις. Εξού και έστειλαν την Countess Luann με ένα τραγούδι βγαλμένο μέσα από τη μεζονέτα. Διότι όλη μέρα ακούμε για τα παράπονα τα δικά σου -που δεν έχεις δουλειά, που δεν έχεις λεφτά, που δεν έχεις το'να, που δεν έχεις τ'άλλο- και τελοσπάντων, μας έχεις πάρει τ'αυτιά και μας έχεις προκαλέσει τρε τερίμπλ ημικρανίες! "Chic, c'est la vie, c'est bon, c'est bon" και ραντεβού στα γουναράδικα. Για καμία τσιντσιλά, φυσικά!

Αυτό ήταν, φινίτο λα μούζικα, πασάτο λα φέστα: ήρθε η ώρα να πέσουν τα ντουζ πουά σου, διότι τελοσπάντων πρέπει να στηρίζουμε τον καλλιτέχνη απ'όπου κι αν προέρχεται. Δεν θέλω να σε επηρεάσω, αλλά η Όλια Πολιάκοβα υποσχέθηκε να πετάξει και το σουτιέντσκα της αν νικήσει.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

Ειδυλλία


Υπάρχουν τόποι που σπεύδουν να σου συστηθούν και προφανείς σου γίνονται εξαρχής οι συντεταγμένες τους. Υπάρχουν όμως και τόποι που μοιάζουν απροσδιόριστοι. Που θα μπορούσαν να'ναι εδώ κι αλλού, καταμεσής της χώρας ή κάπου στη μεθόριο. Είναι μέρη δυσεξήγητα: πάνω που νομίζεις πως τα'χεις καταλάβει, βρίσκουνε τρόπο να σε εκπλήσσουνε κι αλλιώς να σου παρουσιάζονται. 


Σε ένα τέτοιο μέρος, απεφάσισα να σε φέρω σήμερις, αγαπημένε αναγνώστα. Κι αν σου φανεί αρχικώς η επιλογή μου αναπάντεχη, θα σε παρακαλούσα να μην βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. 


Πράγματι, οφείλω να το παραδεχτώ. Πως τα Βίλια δεν είναι συνήθης προορισμός. Και δεν σε αδικώ αν δυσκολεύεσαι να θυμηθείς κατά πού πέφτουν. Αν δεν σ'έβγαλε η άκρη κατά δω εις αναζήτησην μερακλαντάν εξοχικής χασαποταβέρνας ή αν δεν αποτέλεσαν τα Βίλια ενδιάμεση στάση σε καλοκαιρινή σου εξόρμηση προς την παραλία της Ψάθας, το πιο πιθανό είναι πως σε πιάνω αδιάβαστο και σε βλέπω να κόβεσαι στην πατριδογνωσία.


Αραδιασμένα σε μια πλαγιά του Κιθαιρώνα, κάπου εκεί που τελειώνει η Αττική και αρχινάει η Βοιωτία, τα Βίλια μοιάζουν με ξεπεσμένη κωμόπολη -από εκείνες που συναντάς συχνά πυκνά ανά την Επικράτεια. Τώρα βεβαίως θα μου πεις εσύ και με τα δίκια σου, πως έτσι όπως γίναμε, έχουν ξεπέσει πλέον οι πόλεις, δεν θα ξεπέσουν οι κωμοπόλεις;



Αν όμως ξεπεράσεις αυτήν την πρώτη εικόνα, μπορείς να ιδείς το παραπέρα. Και να κερδίσεις μιαν ευκαιρία να συλλέξεις λογής λογής κομμάτια αυτής της χώρας, που είναι σπαρμένα στους πεντέξι δρόμους του οικισμού. Να ανταμωθείς με ένα χοτέλ που δεν έγινε ποτέ τουρίστικ ντεστινέισον...



...με έναν ΟΤΕ που δεν έγινε ποτέ του, Κοσμοτέ.



Αρβανίτες κατοικούνε τα Βίλια, εδώ και κάμποσους αιώνες. Μα να χαρείς, μην με μπλέκεις σε καταγωγές, εθνικές επιβεβαιώσεις ή διαψεύσεις: είναι οι καιροί πονηροί για τέτοιες συζητήσεις κι εγώ με την ιστορία δεν τα βάνω. Την αναστοχάζομαι πια, έχω πάψει να τη διεκδικώ.



Ο πρώτος οικισμός χτίστηκε εδώ τον 13ο αιώνα. Λέγεται πως πειρατές μπήκαν στο διπλανό Παλαιοχώρι (πούναι εδώ κι αιώνες εγκαταλελειμμένο), άρπαξαν τους κατοίκους του και τους πούλησαν στην Καλαβρία για δούλους. Οι όσοι λίγοι απομείνανε σιάξανε τα Βίλια.


Εφτά τουλάχιστον αιώνες κατοικείται τούτο το μέρος. Κι αν δεν με πιστεύεις, έλα στην κεντρική πλατεία να ιδείς την εκκλησία -που'ναι μάρτυρας αδιάψευστος μιας μακράς συνέχειας στο χρόνο.


Μπροστά της στέκει το καμπαναριό, που αποτελεί και είσοδό της. Πέτρινο, καμαρωτό -με τη μεταφορική και την κυριολεκτική του έννοια.



Ναός των Ταξιαρχών, ωκοδομήθη το 1637. Πριν τρακόσια ογδόντα χρόνια περίπου, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την εποχή που στας Ευρώπας ήταν τρέντι το μπαρόκ και οι Καθολικοί με τους Προτεστάντες είχαν πιαστεί μαλλί με μαλλί στον Τριακονταετή Πόλεμο -έτσι για να σου δώκω ένα μέτρο αναφοράς.



Ο ναός είναι πράγματι θεόπαλιος και σου δίνει την αίσθηση πως εισέρχεσαι σε ένα σπηλαιώδες παρελθόν.



Με τα βλέμματα των Αγίων να σε κοιτάζουνε με κάποια θλίψη, αλλά και με την επίγνωση της κερδισμένης τους μακαριότητας.


Η φθορά του χρόνου έχει αφαιρέσει τμήματα της εικονογράφησης κι έχει προσθέσει αξίες.



Κι έφθασαν τούτες οι μορφές νάναι άχρονες: μονδέρνες, ναΐφ, αρχαίες, σύγχρονες, παλαιολιθικές. Ανθρώπινες και μη, σαρκικές και άυλες. Σα να ήρθε ο χρόνος και να τους προσέθεσε πολύ περσσότερες από τις δύο διαστάσεις που αρχικώς τους είχαν αποδοθεί.



Θα'θελα να μπορούσα να ρωτήξω κτήρια σαν και τούτο, πούχουν σταθεί επί γενεών πολλών κι έχουν καλωσορίσει κι αποχαιρετίσει ανθρώπους, να μου πουν τα συμπεράσματά τους. Να μου διηγηθούν τα όσα είδαν και τα όσα διαπίστωσαν.


Να μου μιλήσουν για τις εποχές τις δύσκολες. Τότες που οι Βιλιώτες έστειλαν άνδρες να πολεμήσουν κατά των Τούρκων. Το 1821 στην πολιορκία του Ακροκόρινθου κι ύστερα μαζί με άλλους καμπόσους αρβανίτες στην επανάσταση των Θηβαίων. Αλλά και στην απόκρουση των Τούρκων στην ανακατάληψη της Χαλκίδας. Βιλιώτες συμμετείχαν και στη μεγάλη εκείνη νίκη κατά του Δράμαλη, εμποδίζοντάς τον να περάσει από τη Μεγαρίδα.


Ο Σταμάτης ο Λούκος, ο Αναγνώστης ο Στέφας, ο Αθανάσιος Κριεμάδης, ο Λουκάς ο Στεφόπουλος. Ναι, ο επαναστατικός οίστρος βρήκε κι εδώ, πρόσφορο έδαφος. Κι έτσι συνυπέγραψαν τα Βίλια εκείνο το συνυποσχετικό της αποστασίας στις 15 Μάρτη του 1821 μαζί με τους Αρβανίτες των λοιπών Δερβενοχωρίων και το διεμήνυσαν στον Τούρκο διοικητή της Θήβας.


Ανοίγοντας μια πόρτα σε ένα διαφορετικό μέλλον. Μιας Ελλάδας.

Ναι, για ζωές ανθρώπων μιλάμε. Για όνειρα και επιδιώξεις. Για συμφέροντα, για προσδοκίες, για ταυτότητες.


Για ελπίδες μιλάμε. Που ανάβουνε σαν κεριά και στερεώνονται πάνω στην άμμο. Στην ίδια άμμο, που χτίζονται οι συνειδήσεις.


Πίσω από το ναό, βρίσκεται ένας δεύτερος. Εμφανώς μεταγενέστερος, μεγαλύτερος και πιο εντυπωσιακός.



Ένας ναός πούχει κι αυτός για είσοδο το καμπαναριό του, ως ένδειξη ίσως σεβασμού κι εκτίμησης προς εκείνον τον προγενέστερο που βρίσκεται σιμά του. Ένας ναός κομψός, με σκάλα καμπυλωτή που αν είσαι Αθηναίος, θάπρεπε κάτι να σου θυμίζει.


Και υποψίες να βάνει στο μυαλό σου πως πρόκειται μάλλον για ιδιαίτερο αρχιτεκτόνημα.


Αξίζει νομίζω να διαβάσεις τη μαρμάρινη επιγραφή δίπλα στην πόρτα.



Έργον του Γερμανού Αρχιτέκτωνος Ερνέστου Τσίλλερ εν έτει 1893. Νάτο ακόμα ένα κεφάλαιο σε μια αφήγηση ενιαία. Που προσθέτει μια πινελιά Σαξονίας (από εκεί έλκει την καταγωγή του ο Ερνέστος) σε ένα στόρι με Αρβανίτες, Σαρακηνούς κι Οθωμανούς. 


Νάτη ακόμα μία επανάσταση. Ουχί ανεξαρτησίας αυτή τη φορά, αλλά καλαισθησίας. Δίπλα ακριβώς στην ταπεινή εκκλησία του 17ου αιώνα, έρχεται και προστίθεται ο ώριμος ελληνικός κλασικισμός. Μίας χώρας μικρής -μικρότατης τότες και νεαρής σε ηλικία- που απεφάσισε να τοποθετήσει τον πήχη της ψηλά, εδώ στην κεντρική πλατεία ενός οικισμού στις πλαγιές του Κιθαιρώνα.


Δεν είναι γραμμικές οι σχέσεις: καμπυλώνουν και διαπλέκονται. Ενώνονται και χωρίζουν. 


Απέναντι από τις δύο εκκλησιές, στην ίδια αυτή πλατεία, στέκει το παλιό σχολείο των Βιλίων. Με εκείνη την καθαρότητα των γραμμών, με εκείνη τη δωρική απλότητα που κάποτες ήταν εξ ανάγκης επιβεβλημένη, μα σήμερα εντύπωση γλυκιά σού προκαλεί, κάτω από το πρίσμα της νοσταλγίας που κολακεύει τις μνήμες.


Μα είναι ώρα να σου εξηγήσω νομίζω και τον τίτλο που διάλεξα για την ανάρτηση αυτή -αν τυχόν τόχες απορία. Για έλα μαζί μου στον κεντρικό το δρόμο, πάμε προς την πλευρά του Δημαρχείου.


Όπου διαβάζοντας την πινακίδα -κυρίως αυτή του 1897, που βρίσκεται πιο σεμνά τοποθετημένη κάτω από το μπαλκόνι- θα διαπιστώσεις πως μπορεί σήμερις ως Βίλια να σου συστήνεται το μέρος, μα τ'όνομα που είχε για καιρό ήτανε Ειδυλλία. Κι αν ίσως σου ακούγεται τολμηρό ή παράδοξο ένα τέτοιο όνομα κι υπερβολή το βρίσκεις ως δήλωση, εμένα πάρα πολύ μου αρέσει!


Κι όλα αλλιώς μού γίνονται, σαν το προφέρω. Σαν να βαφτίζεται η εντύπωση απ'την αρχή! Ειδυλλία λοιπόν, τί όμορφο όνομα! Σαν ποίημα ακούεται, σαν στίχος από τραγούδι του Αττίκ. Σαν ονειροπόληση, σαν αύρα τρυφερή που κατηφορίζει την πλαγιά και σε χαϊδεύει. 


Σαν Κυριακάτικο ξύπνημα. Που καταλαβαίνεις, που αποδέχεσαι, που συγχωρείς, που αγαπάς. Που σε μελαγχολεί, που σε ενθουσιάζει.

Ναι, έχουμε ακόμα μία τελευταία στάση εδώ στα Βίλια που τα ελέγαν Ειδυλλία.


Σε ένα μικρό κηπάκι, κάτω από τα πεύκα και με ξωπίσω της τα σπίτια, στέκει κι εκείνη. Με την σχεδόν αέρινη κοψιά της, με το ανεπαίσθητο χαμόγελό της, με τα μελαγχολικά της μάτια.


Εδώ στην πατρίδα της και η Λαμπέτη. Στον τόπο που τη γέννησε ως Έλλη Λούκου -πριν δανειστεί απ'τον Βαλαωρίτη τ'όνομα με το οποίο έγινε γνωστή στο πανελλήνιο.



Δεν είναι άσπρο και μαύρο το νόημα, αναγνώστα: είναι πολύχρωμο. Από τα βασικά -θαρρώ- πως πρέπει να ξεκινάει κανείς, χρώματα: το μπλε, το κόκκινο, το κίτρινο. Κι ύστερα ν'αναζητά τις επιμέρους αποχρώσεις. Εκείνες που προσθέτουν ποικιλία και επαυξάνουν την αντίληψη.



Και που στολίζουν ακόμα και μέρη δυσεξήγητα ή φαινομενικώς ασήμαντα, με ερμηνείες.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Ο χείμαρρος κάτω από το χιόνι



Είναι παράξενο το χιόνι. Μηδενίζει τα χρώματα και αναπλάθει τις επιφάνειες. Επιβάλλεται και ισοπεδώνει. Σβήνει τους ήχους μέσα στη δική του τη σιγή. Καλύπτει τ'ακανόνιστο, λειαίνει τ'ανώμαλο, ακυρώνει την όποια αταξία. Ίσως γι'αυτό το αγαπώ και το φοβάμαι τόσο το χιόνι.



Αλλά στα σίγουρα εσύ θα με ρωτήξεις πού την εβλέπω δα την αταξία σε ένα μέρος σαν ετούτο! Πράγματι, αν έρχεσαι από τον θορυβώδη Νότο, μοιάζει να είναι η πόλη μας ένας επί γης παράδεισος, μία ανθρώπινη άσκηση στην κανονικότητα. Με το χάρακα και το μοιρογνωμόνιο. Με όλη την ακρίβεια και τη δύναμη που μας προσέφερε η ορθολογική επιστημοσύνη μας. Με όλη την αρετή και τη σωφροσύνη που μας προσέφερε ο κοινωνικός προοδευτισμός μας.



Ναι, έτσι είναι τα πράγματα εδώ στην Ουψάλα, την τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Σουηδίας: οργανωμένα και τακτικά.



Οι δρόμοι καθαροί, τα σπίτια φροντισμένα.



Και οι άνθρωποι ήσυχοι και ευγενικοί. Με τα καλημερίσματά τους και πάντα την προθυμία τους να σου σκάσουν ένα μικρό χαμόγελο, σαν διασταυρωθεί το βλέμμα τους με το δικό σου.



Μπορεί το κρύο νάναι ακόμα τσουχτερό και η θερμοκρασία να επιμένει σε αρνητικές τιμές όλο το εικοσιτετράωρο, μα υπάρχει και κάτι που λειτουργεί παρηγορητικά: έχει αρχίσει η μέρα να μεγαλώνει με γοργό ρυθμό.



Κι εκεί που είχαμε σκάρτα δυοτρεις ώρες φως πριν κάνα μήνα, φθάνουμε πλέον ν'απολαμβάνουμε τον ήλιο μας από τις έξι το πρωί ως τις πεντέμησι τ'απόγευμα. Έστω κι αν δεν μας είναι γενναιόδωρος σε θέρμη και λαμπράδα.



Πράγματι, είναι ένας ήλιος αλλιώτικος ο δικός μας. Αλλιώς χρωματίζει τις επιφάνειες, αλλιώς αντανακλά και καθρεφτίζει, αλλιώς σχεδιάζει τις σκιές μας.



Θαρρώ πως αλλιώς φωτίζει τις σκέψεις μας και αλλιώς διηγείται τα όνειρά μας. Ίσως εντέλει γι'αυτό νάμαστε τόσο διαφορετικοί από τα όσα ξεύρεις: ο ήλιος φταίει πάντα, ο ήλιος.



Αλλά δεν ήρθαμε ως εδώ για να μιλήσουμε μοναχά για τα καιρικά φαινόμενα και τα μερόνυχτά μας. Μιας και μου έκαμες την τιμή, οφείλω να σε γυρίσω λιγάκι και να σου δείξω τα βασικά μας αξιοθέατα.


Κι ας αρχίσουμε από τα βασικά: τούτο δω είναι το ποτάμι μας, ο Fyrisan.


Μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλος, μα όσο του λείπει σε πλάτος και μήκος, τόχει σε ορμή και δύναμη. Μανιασμένος κατηφορίζει τη ροή του, χειμαρρώδης κι ασταμάτητος.


Αυτό το δυνατό -σχεδόν εκκωφαντικό του- γουργούρισμα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της κατά τα λοιπά ήσυχης πόλης. Που ο πιο θορυβώδης της κάτοικος είναι ο ποταμός της.



Λίγα μέτρα παραδίπλα του, στο παλιό ιστορικό μας κέντρο, υψώνεται ο καθεδρικός.



Από τον 13ο αιώνα που κατασκευάστηκε μέχρις τα σήμερα, παραμένει το υψηλότερο κτήριο της Ουψάλας.



Είναι άλλωστε ο μεγαλύτερος καθεδρικός σε ολάκερη τη Σκανδιναβία και δικαίως θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους γοτθικούς ναούς του κόσμου.



Καθώς μάλιστα η πόλη δεν διαθέτει πολυόροφα κτήρια, ο καθεδρικός της ξεχωρίζει από χιλιόμετρα μακριά, ως σύμβολο και ως αναφορά.


Μιας εποχής που η τάξη αναζητείτο στο υπερβατικό και το θείο. Που οι γιγάντιες αψίδες που σχηματίζουν οι κολόνες και τ'ανοίγματα, λειτουργούσαν ως πύλες για την ελπίδα και τη σωτηρία μας. Για τη λύτρωσή μας.



Ώς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας.



Μπορεί έξω από τις θύρες του καθεδρικού να παραμόνευε η αδικία, η ασθένεια κι ο θάνατος, αλλά εντός του, υπήρχε η διαβεβαίωση πως όλα βρίσκονται σε τάξη. Και πως μετά την πάσχουσα θνητότητα, επέρχεται η θεία ευταξία.



Κι αν δεν μπορείς στη ζωή σου να τη βρεις, να είσαι βέβαιος πως θα την επετύχεις τουλάχιστον μετά το θάνατό σου. Αν και εφόσον. Αν.


Κι έτσι περάσανε αιώνες πολλοί. Που οι άνθρωποι έβρισκαν εδώ τον καθησυχασμό τους. Το μέτρο και τον πήχη τους.


Μα ήρθαν καιροί περίεργοι, εδώ στην Ουψάλα. Όχι, μήτε ο ήλιος άλλαξε τη ματιά του, μήτε ο ποταμός άλλαξε τη ροή του.


Οι άνθρωποι είναι που αλλάξανε, αναγνώστα.


Απέναντι από τον Καθεδρικό, υπάρχει ένα άλλο κτήριο. Σπουδαίο και σημαντικό.



Είναι το Πανεπιστήμιο της Ουψάλας. Το πρώτο και αρχαιότερο που σιάχτηκε στη Σουηδία. Ένα πανεπιστήμιο που συγκαταλέγεται ακόμα ανάμεσα στα πιο σπουδαία του πλανήτη.



Μήτε βασιλιάς, μήτε πρίγκιπας, μήτε κανένας στρατηλάτης. Ένας απλός καθηγητής ιστορίας είναι αυτός που στέκει μπροστά στο κτήριο. Ο Erik Gustaf Geijer κοιτάζει υπερήφανα μπροστά. Σε έναν κόσμο που ο άνθρωπος ονειρεύτηκε πως μπορεί πλέον ο ίδιος να αναλύσει και να οργανώσει. Δίχως την ανάγκη των αγγέλων και των δαιμόνων.



Εδώ στην Ουψάλα και σε ετούτο το Πανεπιστήμιο, δίδαξε ο Κάρολος Λινναίος -ίσως εκ των πιο επιφανών επιστημόνων στην εξέλιξη της σκέψης.



Βοτανολόγος, ζωολόγος και ιατρός, ήταν εκείνος που θεμελίωσε τη διωνυμική ονοματολογία. Κάθε φυτό και κάθε ζώο απέκτησε ονοματεπώνυμο. Η πρώτη λέξη το γένος του, η δεύτερη το είδος του. Πεύκη η μακραίωνη (Pinus longaeva). Αζαλέα η ινδική (Azalea Indica). Κύων ο λύκος (Canis lupus). Αίλουρος ο άγριος (Felis silvestris).



Άνθρωπος ο σοφός (Homo sapiens).



Ίσως αν τα ονοματίζαμε τα πράγματα, αν τα ταξινομούσαμε βρε παιδί μου, να την ελογικεύαμε τη ζωή μας. Να μπορούσαμε να προβλέψουμε τα όσα πριν μας αναστάτωναν, να μπορούσαμε να αποφύγουμε τα όσα πριν μας απειλούσαν.



Πράγματι, τα καταφέραμε. Και αν αμφιβάλεις, έλα εδώ στην Ουψάλα για να το ιδείς κι εσύ με τα μάτια σου: πως προοδεύσαμε, αναγνώστα. Πως βρήκαμε τρόπους να ζήσουμε οργανωμένα και ευκολότερα. Με τις ανέσεις μας και τις κατακτήσεις μας.



Διανύσαμε μεγάλη διαδρομή. Μα δεν σε βλέπω ικανοποιημένο και εντύπωση αυτό μου προκαλεί. Μήτε η υπόσχεση της μέρας, μήτε τ'ορμητικό ποτάμι, μήτε οι αψίδες του Καθεδρικού, μήτε οι διδαχές του Πανεπιστημίου δεν μπόρεσαν να σε καθησυχάσουν; Έχεις δίκιο. Η ζωή παραμένει μία μεγάλη αταξία. Όσο κι αν προσπαθείς να βάλεις τα πράγματα στη θέση που τα θέλεις, όσο κι αν πασχίζεις, άδικη η σχολαστικότητά σου. Γιατί ποτές δεν θάναι και δεν θα παραμείνουν εκεί ακριβώς που επιθυμείς.



Γι'αυτό λοιπόν, πριν πέσει ο ήλιος, ίσως και νάναι ώρα πια να τ'αποδεχθείς και να τ'αποδεχτώ. Πως θα ζήσεις εσύ, θα ζήσω κι εγώ, αυτή τη ζωή. Που μπορεί νάχει καμπόσες γωνίες κι ελαττώματα, μπορεί νάχει ελλείψεις και διαψεύσεις, μα έχει το νόημά της και μ'αυτές της τις αδυναμίες. Ίσως και εξαιτίας τους.



Είναι όμορφο το χιόνι. Μηδενίζει τα χρώματα και σχηματίζει τις επιφάνειες. Καλύπτει και τ'όμορφα και τ'άσχημα. Όλα τα σβήνει σε μία δικιά του ησυχία, εδώ στο Σκανδιναβικό Βορρά των μεγάλων κατακτήσεων.

Μα παραμένει και αμείλικτο το χιόνι. Πέφτει βουβά και ύπουλα. Και πριν το καταλάβεις, βρίσκεσαι καλυμμένος. Κάτω από την παγωνιά του. Κι αν δεν έχεις κάμει τα κουμάντα σου, αν δεν έχεις φροντίσει με τις πρόνοιές σου και δεν έχεις εξοικειωθεί με την ιδέα του, τότες δεν θα ησυχάσει ποτές η ψυχούλα σου.

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style