Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Μια Τράπεζα Τέχνης


Από τα λίγα κτήρια πούμαθα ν'αναγνωρίζω από μικρός στην Αθήνα, ήταν ετούτο της Τραπέζης της Ελλάδος -που παραμένει επωνυμία από εκείνες που σε εμπνέουν ακόμα να τις κλίνεις στην καθαρεύουσα. Η Τράπεζα της Τραπέζης. Η Ελλάδα της Ελλάδος.



Ίσως λόγω του αντικειμένου και της μακρόχρονης πορεία της. Ίσως γιατί το κεντρικό της κτήριο είναι στιβαρό και αυστηρό, με άκαμπτες γραμμές και όγκο που καταλαμβάνει ολόδικό του οικοδομικό τετράγωνο. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να μου περιγράφει από τα μικράτα μου -κάθε φορά που ετύχαινε να περνάμε από εκείνο το ύψος της Πανεπιστημίου- πως στα υπόγειά του, βρίσκεται φυλαγμένος όλος ο χρυσός της χώρας -κι εγώ να πλάθω τότες με το μυαλό μου εικόνες με θησαυροφυλάκια, αμπαρωμένες πόρτες και κρύπτες με συνδυασμούς ασφαλείας σαν αυτές που έβλεπα στις ταινίες. Μέσα τους, φανταζόμουν βουνά από μπάρες χρυσού και θάλασσες από νομίσματα σαν εκείνες στις οποίες κάμει μακροβούτια ο Σκρουτζ Μακ Ντακ.


Θυμάμαι κι εκείνη την πρώτη φορά που μπήκα ως παιδί στην κεντρική αίθουσα πόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει. Θεόρατα μου είχαν φανεί τα μεγέθη της!Αλλά κι αργότερα ως φοιτητής, υπήρξαν κάμποσες οι ώρες που πέρασα στη βιβλιοθήκη της Τραπέζης με παρέα μου τους τόμους που κατέβαζα από τα ράφια και τις σημειώσεις μου. Και στη διαδρομή προς τον όροφο που βρισκόταν η βιβλιοθήκη, όλο και κοντοστεκόμουν σαν άνοιγε κάποια από εκείνες τις πόρτες για να τρυπώσει μέσα το βλέμμα μου και να ιδώ τα μεγάλα γραφεία με τις μοκέτες και τους ωραιότατους πίνακες που κρέμονταν στους τοίχους.



Πολύ εχάρηκα λοιπόν σαν έμαθα προσφάτως πως η Τράπεζα της Ελλάδος απεφάσισε να οργανώσει έκθεση σπουδαία με τις συλλογές πινάκων της στο παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς. Ο τίτλος "Τόποι Αναφοράς" δεν σου καθιστά εξαρχής σαφές το περιεχόμενο της έκθεσης, μήτε σε προδιαθέτει για τα όσα πρόκειται να ιδείς αν τυχόν πας ανυποψίαστος.



Μα σε περιμένει έκπληξη μεγάλη, σαν αρχίσεις να περιπλανάσαι ανάμεσα στα έργα. Διότι νά εκεί μπροστά στα μάτια σου, ξεδιπλώνεται η ιστορία της ελληνικής ζωγραφικής των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων. Με την απεικόνιση τοπίων, προσώπων και νοημάτων που θαρρείς πως είναι ζυμωμένα όχι με χρώματα, σχήματα και γραμμές, μα με την ουσία αυτού του τόπου.



Μέσα από θέματα μυθολογικά. Όπως οι υπέροχες Τρεις Χάριτες του Δημήτριου Γαλάνη, έργο του 1923. Πολύ πριν την Όλγα, τη Μαρία, την Ειρήνη και τη θεία Μπεμπέκα.



Ή αναφορές στην αρχαιότητα. Όπως αυτό το σχέδιο για τραπεζογραμμάτιο του Αλέξανδρου Κορογιαννάκη από το 1942 -ναι, εν τω μέσω της κατοχής- που εικονίζει εργάτες και τη Νίκη της Σαμοθράκης. Ογδόντα χρόνια μετά κι ακόμα ξενιτεμένοι παραμένουν. Και η Νίκη και οι εργάτες.



Και ετούτη η μελέτη (επίσης για τραπεζογραμμάτιο) του Μιχαήλ Αξελού. Με δύο παλαιστές. Δυο Έλληνες, δυο απόψεις, δυο παρατάξεις σε όλα μας. Μια διαρκής αφορμή για σύγκρουση. Ναι εσύ, όχι εγώ. Κι αν επιμένεις, θα βρεθούμε και στα χέρια.



Αλλά και ονειρώδεις αναπαραστάσεις υψηλής καλλιτεχνίας. Όπως αυτές που σαν ζωγραφικό πέπλο, ξετύλιγε στον καμβά του ο Νικόλαος Γύζης. Με αυτές τις μορφές που κινούνται αέρινα ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.



Δίχως όνειρα δεν έχει νόημα να ζει κανείς. Μήτε δίχως τέχνη, αν θες την άποψή μου. Για να μπορεί ν'αντιπαλεύει την καθημερινότητα του μόχθου. Της κόπωσης και του παραπόνου. Ένα κοφίνι στον ώμο, ένα αμπέλι στην Αίγινα, μια εικόνα γεννημένη μέσα στην ελληνική ύπαιθρο. Από τον Ουμβέρτο Αργυρό, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '30.



Το μισό τραπέζι γιομίζει απ'το χωράφι, τ'άλλο μισό απ'τη θάλασσα. Ψαράδες του Τάσσου. Σε έγχρωμη ξυλογραφία του 1958.



Αχ αυτή η θάλασσα π' αλλάζει χρώματα και διαθέσεις! Κι ανταριάζει μ'ανέμους νοτιοανατολικούς σ'αυτή την ελαιογραφία του Νικόλαου Μαγιάση. Κάπου στο Παλαιό Φάληρο, το 1950.



Τούτη η θάλασσα που από παντού χάνει και βρίσκει τις άκρες της χώρας. Μια θάλασσα που τόσο δύσκολα απεικονίζεται ζωγραφικά. Αλλά που τόσο υπέροχα πέτυχε ν'απλώσει μέσα στους πίνακές του ο μέγας Κωνσταντίνος Βολανάκης.



Το Φάληρο και πάλι, αυτή τη φορά γαλήνιο. Ως τόπος ειδυλλιακός για αθηναϊκούς ρομαντικούς περιπάτους. Ένα μέρος, τόσες και τόσες διαφορετικές αισθήσεις. Από τις τρικυμίες στις ρομαντσάδες και από τις ησυχίες του τότες στα κορναρίσματα και την κίνηση του σήμερα. Πολύπαθη και συναρπαστική η μοίρα του Φαλήρου, συνδεδεμένη με την ιστορία της χώρας. Κάποιες φορές θλιβερή, άλλοτε ακόμη και ηρωική.


Στο ίδιο εκείνο Φάληρο άλλωστε, αποβιβάστηκε και ο Καραϊσκάκης. Ο πίνακας που αναπαριστά τη σκηνή είναι τόσο μεγάλος σε διαστάσεις (150 εκατοστά ύψος, 273 εκατοστά πλάτος) που χρειάστηκε να οργανωθεί ολόκληρη επιχείρηση για τη μεταφορά του στο Μουσείο Μπενάκη. Και λίγο έλειψε να κλείσει εκείνη τη μέρα, η οδός Πειραιώς.



Παρατηρώ τις λεπτομέρειες στο ογκώδες αριστούργημα του Βολανάκη που παρουσιάζεται για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες, στο κοινό. Φουστανέλες, τσαρούχια, άλογα: μια χώρα που δεν αναγνωρίζεται πια. Μόνο η φτώχεια και η διάψευση παραμένουν κοινός τόπος.



Αλλά η ίδια εκείνη θάλασσα είναι συνυφασμένη και με τα καλοκαίρια και τις ζεστές αμμώδεις ξενοιασιές μας. Που τόσο ωραία αποτυπώνει εδώ και χρόνια στα έργα της, η Μαρία Φιλοπούλου. Με τα λαμπυρίσματα του ήλιου και τις αντανακλάσεις του που γίνονται πολύτιμες αναμνήσεις.


Όμως, τί είναι οι τόποι δίχως τους ανθρώπους τους; Εδώ μια χωρική, χαρακτηριστικό θέμα του εξαίρετου Απόστολου Γεραλή που τόσο μου αρέσει. Κάθεται ίσως αποκαμωμένη από τις δουλειές της ημέρας. Με την πολύχρωμη φορεσιά και τα πασούμια της. Με το μαντήλι περασμένο γύρω από το κεφάλι της.


Στην ύπαιθρο, στην πόλη, η ζωή είναι ένα πλέγμα από στιγμές. Άλλοτε σκληρές και δύσκολες, άλλοτε βαρετές και αδιάφορες. Κι άλλοτε υπέροχες και μεθυστικές. Όπως η απόλαυση της ανοιξιάτικης ευωδίας των λουλουδιών. Η κόρη με τα ρόδα του Γεώργιου Ιακωβίδη. Σε ένα αστικό περιβάλλον, εκείνης της Ελλάδας που πίστεψε πως μπορεί και νάναι αλλιώς.


Και τα παιδιά που παίζουν στο ατελιέ του πατέρα τους; Η ελπίδα της νιότης, η αθωότητα της ανακάλυψης, η ψευδαίσθηση πως όλα είναι δυνατά σαν έχεις το χρόνο με το μέρος σου.  


Μα ήρθαν στιγμές αλλιώτικες, στιγμές που ζήσαμε έγκλειστοι. Σε διαμερίσματα, σε καθημερινότητες, σε αδιέξοδα, σε σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά, σε αθέλητες επισκέψεις. Όπως αυτή που απεικονίζει ο Γιώργος Ρόρρης.


Όλα εμείς είμαστε. Και τα καλά μας και τα στραβά μας. Όλα εμείς -όπως μας έμαθε, μας δίδαξε, μας κατάλαβε, μας αποτύπωσε ο Γιάννης Τσαρούχης. Με την προσωπογραφία της Δέσποινας με κολιέ και σκουλαρίκια. Τότες που οι άνθρωποι και οι εκφράσεις τους καταγράφονταν πιο σπάνια και πιο πολύτιμα.


Δίχως τη φλυαρία που προσέθεσε η τεχνολογία. Δίχως την εμμονική αυτοπροβολή. Με ώχρες και με καφετιά. Με τα σαρκικά χρώματα της αναπόδραστης θνητότητάς μας. 


Θάλασσες, χωράφια, εργάτες, αστοί, ρομαντσάδες, ηρωισμοί και διχόνοιες. Και κάπου στο βάθος η Ακρόπολη. Έτσι όπως τη ζωγραφίζει με μαβιές αποχρώσεις το δειλινό και το πινέλο του Μιχαήλ Αξελού.


Μια ανάσα είναι αυτή η έκθεση. Μία δροσιστική ανάσα σε καιρούς δύσκολους -όχι γιατί μας λείπουνε πλέον τα λεφτά, μα γιατί μας λείπουνε εδώ και καιρό τα όνειρα. 


Και είναι πράγματι τόσο όμορφα τούτα τα έργα και τόσο μεγάλο το πλήθος τους που θαρρείς στο τέλος πως επισκέφθηκες μια ολοκληρωμένη Πινακοθήκη (εν τη απουσία μάλιστα της Εθνικής Πινακοθήκης που για τόσα χρόνια παραμένει κλειστή με αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στο εγχείρημα της ανακατασκευής του κτηρίου της) και πολύ φχαριστημένος φεύγεις. Και γιομάτος.


Μάλιστα θα τολμήσω να σου πω πως ίσως και νάναι η καλύτερη και πιο σημαντική από τις εκθέσεις πούχουνε γίνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Με στήσιμο σοβαρό και καλαίσθητο, με λεζάντες μετρημένες και ακριβείς, με μεράκι και με σεβασμό από εκείνους που την οργάνωσαν.


Μα επέτρεψέ μου κι ένα τελευταίο σχόλιο κι ας γίνομαι λιγάκι απαιτητικός. Φρονώ πως όλα αυτά τα αριστουργήματα είναι άδικο και κρίμα να βρίσκονται στα κανονικά τους, κρεμασμένα σε γραφεία διευθυντάδων ή καταχωνιασμένα σε αίθουσες φύλαξης, εκεί στο κτήριο που θυμάμαι από παιδί να στέκει τόσο βλοσυρό στην Πανεπιστημίου. Ένα ίδρυμα με τις οικονομικές δυνατότητες της Τραπέζης της Ελλάδος θα μπορούσε και θα έπρεπε νομίζω να δημιουργήσει ένα μουσείο με τη συλλογή αυτή. Και να μοιραστεί με όλους εμάς τον καλλιτεχνικό του θησαυρό σε πιο μόνιμη βάση. Άσε με να ελπίζω πως αυτή η έκθεση είναι το πρώτο μόνο βήμα προς μια τέτοια επί της ουσίας γενναιόδωρη κατεύθυνση. Γιατί τη χρειαζόμαστε την τέχνη. Ως καταφύγιο, ως διαφυγή και ως υπέρβασή μας.

4 σχόλια :

  1. "...Μια χώρα που δεν αναγνωρίζεται πια. Μόνο η φτώχεια και η διάψευση παραμένουν κοινός τόπος".
    Λοιπόν, μάλλον βρήκες τι εννοεί ο τίτλος της έκθεσης "Τόποι Αναφοράς"!
    "Η ζωή είναι η ουσία της τέχνης και η ζωγραφική είναι το βλέμμα που βυθίζεται στην καρδιά της ζωής" Ρομαίν Ρολλάν.
    Υπέροχα τα σχόλιά σου, φιλοσοφημένο πιγκουίνι, για τον πίνακα του Τσαρούχη.
    "΄Ενα φωτογραφικό πορτραίτο είναι μια θανατογραφία, μια τομή στη ροή του χρόνου, μια στιγμή.
    ΄Ενα ζωγραφικό πορτραίτο είναι ένα πεπρωμένο, μια συμπύκνωση χρόνου, μια ζωή" Ρολάν Μπαρτ.
    Με εντυπωσίασε ο πίνακας του Φαλήρου με τα ιστιοφόρα που παρά την ακινησία του πίνακα με τα παγερά γκρίζα χρώματα, τα ιστιοφόρα δίνουν την εντύπωση της κίνησης, καταπλέουν προς τον θεατή, ως και η αντανάκλασή τους στο νερό μοιάζει δυσοίωνη, απειλητική σκιά...
    Παρ΄ ό,τι η εποχή του πίνακα είναι παλαιά, ο πίνακας έχει κάτι το φουτουριστικό, το εξωπραγματικό, ως τα πλοία να είναι αστρόπλοια ενός άλλου κόσμου, τι αλλόκοτο...
    Το κάποτε αληθινό στο παρελθόν, πόσο φαντασιώδες μοιάζει στο τώρα, πόσο "πραγματικό" σε χρόνο μέλλοντα...
    Τελικά, πόσο περίεργη επίδραση μπορεί να έχει η τέχνη για τον λήπτη της, όταν συνδιάζεται με μια οπτική που αυτοσχεδιάζει!
    Υστερόγραφο:
    Πιγκουίνε, πως σου φαίνεται η ιδέα ενός πίνακα που να εικονίζει το μέγαρο της Τράπεζας της Ελλάδας και σε πρώτο πλάνο, φάτσα μόστρα τον υπουργό Οικονομικών ως επαίτη;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ όμορφοι πίνακες.
    Φιλάκια ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Υπέρωχο! Να είστε καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. το κάνε μου λιγάκι τσίου βγάζει ειρωνεία

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts